εξοδιαστής

εξοδιαστής
ο , εξοδιάστρα η расточитель, -ница

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "εξοδιαστής" в других словарях:

  • εξοδιαστής — και ξοδιαστής, ο (Μ ἐξοδιαστής) [εξοδιάζω] αυτός που ξοδεύει αλόγιστα, άσωτος μσν. οικονομικός αξιωματούχος …   Dictionary of Greek

  • ἐξοδιασταί — ἐξοδιαστής spendthrift masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξοδιαστήν — ἐξοδιαστής spendthrift masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εξοδιαστικός — ἐξοδιαστικός, ή, όν (Μ) [εξοδιαστής] 1. αυτὸς που ανήκει στη νεκρώσιμη ακολουθία («ἐξοδιαστικὸν ἆσμα») 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐξοδιαστικόν η νεκρώσιμη ακολουθία …   Dictionary of Greek

  • ξοδιαστής — ο βλ. εξοδιαστής …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»